διαυλικός

διαυλ-ικός, ή, όν,
A of the

δίαυλος, τρόπος Iamb.in Nic.p.89P.


Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαυλικός — ή, ό (Α ός, ή, όν) αυτός που ανήκει στον δίαυλο*, που μπορεί να περάσει μέσα από δίαυλο …   Dictionary of Greek

  • διαυλικόν — διαυλικός of the masc acc sg διαυλικός of the neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.